artist: Rendeece

title: Mazian Games

label: self released

format: digital album

release date: 16 september 2018

genre: electronic, soundtrack, ambient

tracklist: 

  1. Acidic Arche 

  2. Morphogenic Illusions (ft Echo Spatial)

  3. Imperfect Demons

  4. Hanna’s Fire

  5. Cosmic Fluidity

  6. Angel Echoes

description:

Η ψηφιακή κυκλοφορία Mazian Games είναι μια σειρά στουντιακών ηχογραφήσεων που πραγματοποιήθηκαν σε διάστημα έξι μηνών. Κάθε κομμάτι προκύπτει από ένα ελεύθερο jamming με samplers και synthesizers, πηγάζει από θραύσματα ιδεών, εικόνων, ονείρων, μουσικών και βρίσκει την τελική του διαμόρφωση μέσα από ηλεκτρικά ρεύματα και καλώδια συνδεμένα με eurorack αλλά και χειροποίητα synthesizers και πετάλια.

Το Mazian Games είναι ένα ακόμα δείγμα της γοητείας των αρχετυπικών συμβόλων που χαρακτηρίζει το δημιουργικό έργο του καλλιτέχνη.

Το έργο είναι μια διαλογιστική διαδικασία/ταξίδι στους προσωπικούς λαβύρινθους. Το πρώτο κομμάτι (Acidic Arche) είναι μια πρόσκληση στη μέθεξη, να κλείσουμε τα μάτια, να αφήσουμε τους ήχους και τη μουσική του να μας ταξιδέψουν, να προκύψουν παραισθήσεις (Morphogenic Illusions, στο οποίο συμμετέχει και ο παραγωγός Echo Spatial), να συναντήσουμε τους προσωπικούς μας δαίμονες (Imperfect Demons), να χρησιμοποιήσουμε τη φωτιά ως στοιχείο αλχημείας (Hanna’s Fire), ώστε να ενωθούμε με την κοσμική ενέργεια (Cosmic Fluidity) και να ακούσουμε τη φωνή των αγγέλων (Angel Echoes). 


AMATEUR RADIO SENSATION by Georges Varanx

Αυτή ήταν μια φορά διαφορετική. Περιμέναμε. Περιμέναμε λίγο ακόμα. Περιμέναμε κι άλλο. Οι σκέψεις μας σκορπισμένες στους λευκούς τοίχους ενός διαδρόμου επιμελειμένου επιφανειακά, όπως είναι οι διάδρομοι οι προορισμένοι για τους περαστικούς, οι προορισμένοι για εμάς. 

Οι σκέψεις μας προβαλόμενες στο λευκό, τόσο πέρα όσο ο απέναντι τοίχος και με τόσο βάθος όσο μια αντανάκλαση σε καθρέφτη, μ’ενα αντιλαμβανόμενο βάθος άπειρο, μα στην ουσία αβάθεις, μια παραίσθηση βάθους καμωμένη από δύο αντικρυστές, γυαλιστερές επιφάνειες.

Τα συναισθήματά μας ανυπόμονα, ασαφή, καταπατημένα, ανήμπορα να να προκαλέσουν την παραμικρή νευρική κίνηση στα αποφασισμένα μας γόνατα. Τα συναισθήματά μας απόντα.  Εμείς εκεί, παρόντες. Περιμέναμε. 

Περιμέναμε τυλιγμένοι στις όξινες αναθυμιάσεις των οσμών μας. Περιμέναμε ανάμεσα στις διασταυρούμενες αντανακλάσεις των σκέψεών μας. Περιμέναμε πατημένοι από το βάρος των καταπατημένων μας συναισθημάτων. Περιμέναμε τις πύλες ν’ανοίξουν.

Και οι πύλες άνοιξαν.

*

Είχα μια παράξενη αίσθηση. Οι μορφές γύρω μου έχαναν τα όριά τους, τα σχήματά τους θόλωναν, έπαυαν απλά. Το περιεχόμενό τους χύνονταν στο περιβάλλον σαν προϊόντα εξωκρινών αδένων. Ήμουν μέσα; Ήμουν το μέσα. Ρευστόποιηθηκα. Η μορφή μου έχανε το σχήμα της. Αρχισα να σκορπάω, να χωρίζομαι πρώτα σε μάζες άμορφες, μετά σε τμήματα άσχημα, ακόμα πιο μετά σε άτομα άναρχα. Η ύπαρξή μου αίσθηση θολή, μετά παραίσθηση κι ακόμα πιο μετά ψευδαίσθηση. Διαλύθηκα μέσα στα ρευστά των ήχων κι ο τελευταίος -γνώριμος σ’εμένα- καρδιακός χτύπος διαλύθηκε σ’ενα πέλαγος μουσικής.

*

Ήρθες και μ’ έλουσες με φώτα, με κραυγές, με σάλια κι αίματα. Έγλειψες τα μόρια μου κι αυτά άνθισαν, άγγιξες τις χορδές μου κι αυτές έπαιξαν το ρυθμό σου, έπλασες τη σάρκα μου κι αυτή πήρε τη μορφή μου. Με φίλησες και χάθηκα στο άπειρο. Ένα άπειρο που ούτε τότε τόλμησα, ούτε τώρα τολμώ κι ούτε θα τολμήσω ποτέ να φανταστώ την απεραντοσύνη του. Ήρθες σαν ατελής δαίμονας και τελείωσες (σ)την ψυχή μου.

*

Έκλεινες την πόρτα προσεχτικά, με γυρισμένη την πλάτη, τα φώτα ήδη χαμηλά, αχνά κεριά ή το φως της νύχτας να πασχίζει να διαπεράσει τα παράθυρο. Άφηνες τα ρούχα σου να χυθούν σε μια γωνιά και έδιωχνες τα μαλλιά σου από το μέτωπο, προς τα δεξιά. Ερχόσουν κατά πάνω μου και το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να χαμογελάω. Έφτανες τόσο κοντά μου και ήμουν τόσο κοντά σου που δεν βλεπόμασταν, μόνο ανάσες και μυρωδιές διακρίναμε.

Ταξιδεύαμε ο ένας πάνω στον άλλον, οδοιπορούσαμε σε κάθε καμπύλη κι εσοχή, τρέχαμε σε σάρκινα λιβάδια και αιμάτινες σπηλιές. Βουτιές σε καυτές θάλασσες να αναπνέουμε τις ίδιες τις αναθυμιάσεις της κόλασης. Μετά τρέμουλο και μετά τίποτα.  Εκείνη η στιγμή της πιο βαθιάς μοναξιάς, που μόνο με μάτια κλειστά μπορούσαμε να υποφέρουμε, ο καθένας στη δικη του φλεγόμενη μη ύπαρξη. Και γεννιόμασταν ξανά μέσα σε λίμνες με υγρά, ανάμεσα σε ανακατεμένα σεντόνια, ανάμεσα στη νύχτα.

Τώρα θυμάμαι καθαρά.  Είχες απλωμένο το κορμί σου άτακτα, με το δεξί σου πόδι ελαφρά σηκωμένο στο γόνατο και το χέρι σου να μπερδεύεται στα μαλλιά σου, που είχαν πέσει πάλι στο μέτωτο στα δεξιά. Είχες τα μάτια κλειστά, μα θα ορκιζόμουν από το χαμόγελο που σκάλωνε στο πρόσωπό σου ότι με φανταζόσουν. Με χάιδευες με το ελεύθερό σου χέρι στο πίσω μέρος του λαιμού, γιατί είχα πέσει με τα μούτρα στο στήθος σου να συγχρονίζω την ανάσα μου με τα χτυπήματα της καρδιας σου. Τακ, τακ να στέλνει αίμα στις δικές μου φλέβες ήσυχα, ευγενικά.

Όλα είναι εκεί. Τα ίδια χρώματα πάντα, οι ίδιες σκιές και οι ίδιες θεσεις. Το ίδιο χαμόγελο πάντα σχεδιασμένο στο πρόσωπό σου, τα ίδια παιχνιδιάρικα κλειστά μάτια, τα ίδια αγγίγματα και οι ίδιες ανασηκωμένες τρίχες. Οι ίδιες αισθήσεις, οι ίδιες ελπίδες, οι ίδιες ονειροπολήσεις. Οι ίδιοι ήχοι, οι ίδιοι ψίθυροι, οι ίδιες μουσικές.

Και τότε σ’ακούω να λές τ’ όνομά μου.

*

Τ’ όνομά μου ακούστηκε και ήχησε σαν αντανάκλαση στον κρύο διάδρομο. Το άκουσμά του τάραξε τις σκέψεις μου. Ήρθε η σειρά μου. Έκλεισα τη μουσική στα ακουστικά μου, σηκώθηκα και πορεύτηκα προς το άνοιγμα μιας πόρτας.